Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Μαριώ Κωνσταντινίδου (ΜΑΡΙΩ)

mariw.jpg Μαριώ Κωνσταντινίδου -  Ρεμπέτικη ιστορία
 Oι Τimes την παρομοίασαν με την Μπέτυ Σμιθ, η Telegram με την Έντιθ Πιαφ και ο ελληνικός τύπος με «Καθιστή Τίνα Τάρνερ της Ελλάδας». Η Μαριώ από την άλλη, δεν φαίνεται να πολυδίνει σημασία: «Ψευδεπίγραφα όλα» λέει. Τέλος πάντων, ο δίσκος «50 χρόνια Μαριώ» καταφτάνει σύντομα, χωρίς επιγραφές, να αποδείξει ότι στις φλέβες της δεν κυλά αίμα πλέον…  αλλά το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι.

Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου (ένα μήνα πριν την απελευθέρωση) του 1945 στη Θεσσαλονίκη από μητέρα μικρασιάτισσα και πατέρα «Καθαρόαιμο Μακεδόνα» όπως λέει η ίδια. Πρωτότοκη, με μια μικρότερη αδελφή και δύο αγόρια που μεγάλωσαν «δίπλα στη διεθνή έκθεση στην Κάτω Αγία φωτεινή. Ήταν απέναντι από το πάρκο. Ζεστά πράγματα, ανθρώπινα…» όπως θυμάται.
Ο πατέρας της μουσικός, έπαιζε ντραμς «Τζαζμπανίστες τους έλεγαν τότε» και στην ηλικία των 7 ετών πήγε στο κρατικό ωδείο να μάθει πιάνο χωρίς να τελειώσει τα μαθήματα λόγω οικονομικών δυσκολιών, καταφέρνοντας όμως  να μάθει ακορντεόν.

mario.jpg
www.newsbeast.gr

Άρχισε να τραγουδάει τα κάλαντα  διασχίζοντας όλη την Τσιμισκή και ο κόσμος την έβαζε να λέει κι άλλα τραγούδια. «Τότε η Θεσσαλονίκη ήταν πολύ γειτονιά. Υπήρχε η μυρωδιά της προσφυγιάς από τη μικρά Ασία, δεν υπήρχαν άσφαλτοι». Δεν άργησε να γίνει το «παιδί θαύμα» της Θεσσαλονίκης αφού τραγουδούσε και έπαιζε ακορντεόν μέχρι τα 13 της που ξεκίνησε και επαγγελματικά με τον πατέρα της σε οικογενειακές ταβέρνες και σε πανηγύρια παρέα με τον Χρήστο Νικολόπουλο.

 Συγχρόνως τελείωσε το δημοτικό και τις 3 τάξεις του Γυμνασίου αλλά και την οικοκυρική σχολή της Αλεξανδρούπολης με ειδικότητα στην ταπητουργία όπου το 1963 ήρθε στην Αθήνα για μετεκπαίδευση ως υφάντρια αλλά όπως εξομολογείται δεν… της άρεσε. Έτσι, ανέβηκε πάλι στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε να δουλεύει «με τον Καμπουρέλο στο Μπουζούκι και με την Λιλή τη Βαλαβάνη, κυρίως αρχοντορεμπέτικα όπως το «Το τραμ το τελευταίο την ταμπακέρα». Στη γειτονιά της τότε υπήρχαν τρεις ταβέρνες, η Κιβωτός εξοχικό κοσμικό κέντρο, ο Κυρ Μανώλης οικογενειακή ταβέρνα αλλά και η Βασίλω, μια κακόφημη ταβέρνα που πήγαιναν μόνο άντρες.

 Ένα απόγευμα παίζοντας κρυφτό έφτασε έξω από τη Βασίλω και άκουσε πρώτη φορά την Εσκενάζυ «Πήρα ανάποδες στροφές!…» λέει η Μαριώ «Ερωτεύτηκα το ρεμπέτικο τραγούδι! Σκύβοντας από τα παραθυράκια, είδα το γραμμόφωνο. Ήταν ένας τεκές με φοβερή κάπνα. Έμεινα για ώρες, ξεχάστηκα ακούγοντας τους καρσιλαμάδες, το «Θεσσαλονικιά, πώς μου πήρες τα μυαλά κι από σεριανό λουκούμι είσαι πιο γλυκιά». Έφυγα πολύ αργά για το σπίτι. Ήταν το πρώτο ξύλο που έφαγα της χρονιάς μου. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να ακούω ρεμπέτικα.  Εγώ όμως άρχισα και να τα τραγουδάω. Η αδελφή μου φώναζε «μπαμπά, η Μαριώ παίζει αυτά τα αλήτικα τραγούδια». Τελικώς του το ξεκαθάρισα: «Θέλω να λέω αυτά τα τραγούδια, γιατί μ αρέσουνε». Ήμουν αντάρτισσα, δεν καταλάβαινα τίποτα. Από τότε έκανα ότι ήθελα. Και σταμάτησα να δουλεύω με τον πατέρα μου».

Η πορεία στα Ρεμπέτικα, Σμυρνέικα, λαϊκά.

Πρωτοβγήκε στο πάλκο τραγουδώντας Δερβενιώτη και Βίρβο και είχε την τύχη να τραγουδήσει δίπλα στον Μάρκο Βαμβακάρη. «Ξεκίνησα να τραγουδάω λαίκά, Τσιτσάνη, ρεμπέτικα, αλλά και τα «ξένα χέρια» Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου και το 67 γνώρισα τον Μάρκο Βαμβακάρη στα «Ξημερώματα» στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Εκεί έκανα φωνητικά και έπαιζα ακορντεόν» Άρεσε πολύ στον Μάρκο η Μαριώ και το αγαπημένο της τραγούδι ήταν τότε η «Άτακτη».


 Το 68 γνώρισε το Χοντρονάκο (Στέφανο Κυπρούλη) που ήταν μικρασιάτης από τη Κίο, και πρώτος ξάδελφος του Γιάννη Παπαιωάννου και τραγούδησε μαζί με τη Ρίτα Σακελαρίου, το Γιάννη Φλωρινιώτη, τη Μαρία Δουράκη, τον Τέλη Χρυσό, τον Χρηστάκη. «Παντρεύτηκα το 69 (παραλίγο να βάλω την κόρη μου παρανυφάκι) και το 70 γέννησα και τον γιο μου» θυμάται. Εκεί κάπου το 69 άνοιξε και η  «Καλύβα» στην Επτάλοφο στην Ηλιούπολη που τραγούδησε συνολικά 14 χρόνια: «Ήταν ένα μαγαζί με φλοκάτες κάτω και σοφράδες αλλά με καλό κόσμο.



Δεν έμπαινε άντρας μέσα, αν δεν συνόδευε γυναίκα. Προς το τέλος ήρθαν και ο Πασχάλης Τερζής με τον Βασίλης Καρά, μέχρι που το 1985 έκλεισε». Στη συνέχεια («Ωωωχ, που να τα θυμηθώ όλα!» παραπονιέται έντονα) βρέθηκε στο «Σκορπιό» με τον Λιδάκη, Μακεδόνα και Τζούλη Μασίνου, αλλά και τον Χοντρονάκο μετά το 87 με ρεμπέτικο πρόγραμμα. «Κατόπιν πήγα στο «Μοσχού» στη Θέρμη με τον Καρά και τον Ζαφείρη Μελά.

Έχω τραγουδήσει και στις «Χάντρες», στο «Γλεντικουλέ», στο «Παλάτι» όλα στη θεσσαλονίκη, με τους Κώστα Ρούκουνα, Κυρομύτη, Μιχάλη Γενίτσαρη, Μαρινάκης αλλά και με τον Γιώργο Τζώρτζη και τον Τάκη Μπίνη». Το 93 πρώτη φορά συνεργάστηκε και με το Στέλιο το Βαμβακάρη στο «Πάλκο» με την Πανωραία Κονταξή αλλά και τον Γιάννη Κότσιρα που έπαιζε μπαγλαμά. «Ε, κατέβηκα στην Αθήνα στο Περιβόλι τ’ ουρανού το το 1999, στο «Χάραμα» με τους (Λάμπρο Καρελά, από τα παιδιά της πάτρας, Λίτσα Διαμάντη, Λένα Αλκαίου και το Χάρη Ρώμα) και στα 13 φεγγάρια πάλι με τον Λάμπρο Καρελά και το Νίκο Ζιώγαλα.

μαριω.jpg

Με βάση τη Θεσσαλονίκη περιόδευσε στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, αλλά και την Ευρώπη, Σκανδιναβία και Αμερική. Πρωτοβγήκε στο πάλκο τραγουδώντας Δερβενιώτη και Βίρβο. Συμμετείχε στους δίσκους “Η Θεσσαλονίκη στα Ρεμπέτικα” και “Η Θεσσαλονίκη στα Ρεμπέτικα Νο 2″, (οι πρώτες ανθολογήσεις ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών με θέμα τη Θεσσαλονίκη), “Σβήστα Όλα”, “Πάμε Τσάρκα”, “Ρεμπέτικο Τραγούδι 1935 – 1959″, “Ο Αραμπάς”, “Αφιέρωμα στον Βασίλη Τσιτσάνη” αλλά και ως βασική ερμηνεύτρια στην παρουσίαση ανθολογίας τραγουδιών των Καφέ-Αμάν με τίτλο “Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί”, αναδεικνύοντας την ουσία της ανατολίτικης ρίζας του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, όπως και στους δίσκους “Τακίμια”, “Μικρές Αγγελίες”, “The Grand Dame from Greece”, “Τα Λαλεδάκια”, “Στο Περιβόλι τ’ ουρανού”, “Μπιτ Παζάρ”. Το 1999 επιλέχθηκε από τον συντονιστικό οργανισμό όλων των Ευρωπαϊκών Φεστιβάλ Μουσικής του Κόσμου (European Forum Of World Music Festivals) ως η σημαντικότερη Περιοδεύουσα Καλλιτέχνης για το 1999 (Touring Artist of the Year). Την ίδια χρονιά ο δίσκος της “The Grand Dame From Greece” μπήκε στο Top 20 του European World Music Charts για τους μήνες Ιούλιο – Αύγουστο.


Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σας δίσκοι και τα πιο αγαπημένα σας τραγούδια;
Οι δίσκοι για τα ρεμπέτικα της Θεσσαλονίκης, η συνεργασία μου με τον Λουδοβίκο των ανωγείων, με τον Μπάμπη Μαρκάκη, θυμάμαι ένα αγαπημένο τραγούδι «Ο μάγκας ξεχωρίζει από το πρόσωπο, κι από το μπεσαλίκι που χει στο λόγο του. Μάγκας θα πει κιμπάρης, μάγκας θα πει σωστός, φιλότιμος κι ωραίος και πάντα Θεσσαλονικιός» του Χοντρονάκου αλλά και τον «Άι γιώργη» του Γράψα, που μου το ζητάνε κάθε βράδυ. Ακόμη ένα πολύ αγαπημένο μου είναι το «Δε θα λυγίσω» του Δημήτρη Λίβανου και το «Πάρε το δρόμο σου» αλλά και το μικρασιάτικο «το Μανάκι» από ζωντανή ηχογραφηση στο Περιβόλι τ΄ουρανού.

Ποιο είναι το motto της ζωή σας;
Το γαμώτο; Το γαμώτο της ζωής μου; Είναι ότι δεν έχω ξυπνήσει ακόμα κι ας είμαι στη νύχτα. Η νύχτα δε με έχει αγγίξει, ούτε πρόκειται να με αγγίξει. Και δεν με επηρεάζουν ότι γράφουν οι άλλοι. Ψεδεπίγραφες φράσεις.

Σας πειράζει να το γράψω, αυτό δηλαδή, ότι… βρίζετε και καπνίζετε συχνά;
Γράψε ότι θέλεις!

Ο ορισμός της τέχνης του τραγουδιού για εσάς;
Πω… πω…Πως θα το γράψουμε αυτό ρε μαλάκα! Είναι…. μεγαλείο!

Ποιες ήταν οι βασικές σας επιρροές;
Η Εσκενάζυ και οι δίσκοι των γραμμοφώνων που τραγουδούσαν οι ρεμπέτες και βγάζαν την ψυχούλας τους. Ακούγονταν εκεί κάποια λάθη που ήταν η αλήθεια τους. Αυθεντικά. Δεν είχαν τις σημερινές τεχνολογίες αλά μόνο 3-4 λεπτά για να πουν το κάθε τραγούδι. Ήταν διαμάντια αυτά που λέγανε που μέχρι σήμερα δεν έχουνε θαμπώσει. Δοξασμένοι οι ρεμπέτες που γράψανε και αφήσαν μια παρακαταθήκη σε όλους αυτούς που σήμερα τους τραγουδάνε και παίρνουν μεροκάματα και ζουν ολόκληρες οικογένειες. Ανεκτίμητα κομμάτια για τον ελληνικό πολιτισμό! Που κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να φροντίσει το κάθε Υπουργείο για να μη σβήσουν. Άντε, να μη βάλω και κανένα sos: Σώστε το καλό ελληνικό τραγούδι!

Θυμάστε ένα αξέχαστο περιστατικό στην καριέρα σας;
Αααα πολλά! Τώρα τελευταία με τη Φαραντούρη στο Λος Άντζελες, σε ένα σεμινάριο στο Πανεπιστήμιο της Σάντα Μπάρμπαρα τραγούδησα ρεμπέτικα και γνώρισα τον Jack Loyd, ινδιάνο σαξοφωνίστα. Γονάτισε και μου φίλησε τα πόδια! Έλεγε σε όλους «Δεν έχω δει τόσο ζωντανή γυναίκα. Η ζωντάνια της σε ξεσηκώνει». Αλλά και στην Πορτογαλία με τη Σαβίνα Γιαννάτου ή στη “Symfony Space” στην Αμερική που τραγούδησα…. Ήταν αξέχαστα.


Τι είναι για εσάς η Θεσσαλονίκη;
Είναι το καμάρι! Είναι το στολίδι της Ελλάδας! Είμαι περήφανη για την πόλη που γεννήθηκα.
Θ άθελα να ξανανοίξουν κάποιοι χώροι που αγκάλιασαν κάποτε το ρεμπέτικο και το σμυρναίικο και έγραψαν ιστορία στη Θεσσαλονίκη. Αλλού κυνηγήθηκε πολύ το ρεμπέτικο. Δεν τους επέτρεπαν ούτε να κρατάνε μπαγλαμά στα χέρια. Θυμάμαι κάποτε είχαν πάει στα δικαστήρια τον Γιώργο Μουφλουζέλη. Μπήκε με το μπαγλαμαδάκι του στα χέρια και ο Δικαστής τον ρώτησε «Γιατί κάνεις διατάραξη κοινής ησυχίας;» Τότε εκείνος άρχισε να παίζει…  «Μα είστε καλά κύριε πρόεδρε; Ορίστε. Εδώ δε μ ακούτε εσείς… θα μά ‘κουγαν στον έκτο όροφο;»

Ποια είναι τα μυστικά της επιτυχίας για εσάς;
Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Τίποτα άλλο δε βλέπεις από το να δουλεύεις και να τραγουδάς. Εγώ δεν είχα ωράριο. Δούλεψα πολύ σκληρά.

Ποια συμβουλή έχετε στο μυαλό σας;
Τρεις παροιμίες πού λεγε η γιαγιά μου: «Η υπομονή κερδίζει τα πάντα», «άνευ τόλμης ουδεμία πρόοδος» και «Άξιο όνομα υπέρ πλούτος».

Ποιο τραγούδι θα αφιερώνατε στην πόλη που μεγαλώσατε;
“Είσαι το καμάρι της καρδιάς μου, Θεσσαλονίκη όμορφη γλυκειάααα. Κι αν ζω στην ξελογιάστρα την Αθήνα για σένα τραγουδώ κάθε βραδιάααα»
Να σου τραγουδήσω και τον άλλο στίχο; «Πάντα σε κρατώ στην αγκαλιά μου, πάντα σε θυμάμαι και πονώ, κι αν είμαι τώρα λίγο μακριά σου, με τον καιρό κοντά σου θα βρεθώ….»

Από την Κρυσταλία Πατούλη  για το περιοδικό Thessaloniki Confidential, Εκδ. Λυμπέρη

 

Next page